Παρά την πρόοδο που καταγράφει η Ελλάδα στις ψηφιακές υποδομές η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ψηφιακή Δεκαετία (State of the Digital Decade 2026) δείχνει ότι οι επιχειρήσεις και κυρίως οι μικρομεσαίες δεν ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό. Η υστέρηση δεν αφορά μόνο την πρόσβαση σε δίκτυα ή την ηλεκτρονική παρουσία, αλλά την αξιοποίηση τεχνολογιών που συνδέονται άμεσα με την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την ικανότητα των επιχειρήσεων να σταθούν στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.
Όπως σημειώνεται, η χαμηλή ψηφιακή ωριμότητα εμποδίζει τις επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν τις αναδυόμενες τεχνολογίες και παράλληλα το έλλειμμα ψηφιακών δεξιοτήτων και η έλλειψη ειδικών σε Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) περιορίζουν την πρόσβαση σε καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο στις ΜΜΕ. Το 2025, μόλις το 55,95% των ελληνικών ΜΜΕ είχε τουλάχιστον βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης, έναντι 71,39% στην ΕΕ. Η Ελλάδα εμφανίζει πρόοδο σε σχέση με το 2023, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 43,26%, όμως, εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στα υψηλότερα επίπεδα ψηφιακής ωριμότητας. Οι ΜΜΕ με πολύ υψηλό δείκτη ψηφιακής έντασης καταγράφονται στο 5,91%, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 9,07%. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, παρά τη βελτίωση, υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο προόδου, ειδικά στην προηγμένη ψηφιοποίηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η περιορισμένη ψηφιακή ωριμότητα των ΜΜΕ, σύμφωνα με την έκθεση, μπορεί να λειτουργήσει ως φρένο στην ψηφιακή ανάπτυξη και να επηρεάσει την παραγωγικότητα, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα επενδύει σε υποδομές, δημόσιες ψηφιακές υπηρεσίες, τεχνητή νοημοσύνη και δεδομένα. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δημιουργεί ψηφιακές υποδομές και θεσμικά εργαλεία, αλλά μεγάλο τμήμα της επιχειρηματικής βάσης δεν είναι ακόμη έτοιμο να τα αξιοποιήσει.
Η εικόνα γίνεται πιο καθαρή στους δείκτες προηγμένων τεχνολογιών. Τεχνολογίες ανάλυσης δεδομένων (data analytics) χρησιμοποιεί το 31,45% των ελληνικών επιχειρήσεων, έναντι 39,85% στην ΕΕ. Στις ΜΜΕ το ποσοστό ήταν 30,82%, ενώ στις μεγάλες επιχειρήσεις έφτανε το 74,17%.
Βάσει των στοιχείων οι μεγάλες επιχειρήσεις προχωρούν ταχύτερα στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Οι μικρομεσαίες μένουν πίσω, διευρύνοντας το χάσμα και στο εσωτερικό της οικονομίας.
Μεγαλύτερο είναι το χάσμα στο cloud. Μόλις το 21,25% των ελληνικών επιχειρήσεων είχε υιοθετήσει τεχνολογίες cloud, έναντι 46,69% στην ΕΕ. Στις ΜΜΕ το ποσοστό περιορίζεται στο 20,58%, ωστόσο, στις μεγάλες επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 66,45%.
Πιο ανησυχητική είναι η εικόνα όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη. Το 2025, μόλις το 8,93% των ελληνικών επιχειρήσεων χρησιμοποιούσε ΤΝ έναντι 19,95% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ποσοστό στην Ελλάδα μάλιστα μειώθηκε σε σχέση με το 2024, όταν ήταν 9,81%, τη στιγμή που στην Ευρωπαϊκή Ένωση η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στις επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 48% σε ετήσια βάση.
Στις ΜΜΕ, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης υποχώρησε στο 8,51% από 9,53% ένα χρόνο νωρίτερα. Στις μεγάλες επιχειρήσεις αυξήθηκε στο 37,58% από 24,27%.
Η απόκλιση δείχνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν διαχέεται ομοιόμορφα στην οικονομία. Ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις επιταχύνουν την υιοθέτησή της, οι μικρομεσαίες εξακολουθούν να μένουν πίσω, σε μια περίοδο κατά την οποία η ΤΝ εξελίσσεται σε βασικό εργαλείο παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας.
Η υποχώρηση της χρήσης ΤΝ στις επιχειρήσεις καταγράφεται την ώρα που η Ελλάδα έχει θέσει ψηλά στην ατζέντα την ανάπτυξη του οικοσυστήματος τεχνητής νοημοσύνης, με αιχμή το AI Factory Pharos και μια σειρά νέων πρωτοβουλιών στον τομέα.
Συνολικά, το 40,76% των ελληνικών επιχειρήσεων χρησιμοποιούσε το 2025 τουλάχιστον μία από τις τρεις τεχνολογίες, ΤΝ, cloud ή data analytics, έναντι 63,2% στην ΕΕ. Στις ΜΜΕ το ποσοστό ήταν 40,14% και στις μεγάλες επιχειρήσεις 83,33%. Το εύρημα επιβεβαιώνει το διπλό χάσμα. Από τη μία μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης και από την άλλη μεταξύ μεγάλων και μικρότερων επιχειρήσεων στο εσωτερικό της χώρας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδίδει την αργή πρόοδο των ΜΜΕ σε σειρά παραγόντων. Αναφέρεται στην περιορισμένη ικανότητα απορρόφησης σχετικών προγραμμάτων, ιδίως από τις μικρές επιχειρήσεις, στην έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων και σε διοικητικά εμπόδια που εξακολουθούν να καθυστερούν την πρόοδο προς τους στόχους του 2030.